Υπάρχουν κάποια βιβλία τα οποία νιώθεις ότι αν τα αφήσεις από το χέρι σου, αυτόματα θα βρεθείς έξω από ένα φανταστικό παράλληλο σύμπαν που έχεις χτίσει στο μυαλό σου για αυτά. Βιβλία των οποίων η ιστορία δεν σε αφήνει να κοιμηθείς, με ήρωες που πλάθονται στο μυαλό σου, που παίρνουν μορφή κάθε λεπτό της ανάγνωσης. Κάτι τέτοια βιβλία είναι που τα τελειώνεις μέσα σε λίγες ώρες (μετρημένες -κάτω από 24- και ενίοτε συνεχόμενες ).  Όχι απαραίτητα αριστουργήματα του λόγου, απλά, ικανά να κρατούν τα μάτια σου καρφωμένα, κολλημένα στις σελίδες. Μια τελείως τυχαία επιλογή, μια μάλλον «κοινή», ήταν αυτή του The fault in our stars του John Green. Κάθε γωνιά του εξώφυλλου ή του οπισθόφυλλου σου θύμιζε πόσα βραβεία έχει ο Green, πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει και ότι είναι ο bestselling συγγραφέας των NYT. Πληροφορίες, δηλαδή, που υπό άλλες συνθήκες, μπορεί να ήταν και αποτρεπτικές ( τουλάχιστον για αναγνώστες που αποφεύγουν τα -ας μου επιτραπεί- mainstream βιβλία). Παρόλα αυτά, έχοντας παρακολουθήσει τον Green περισσότερο διαδικτυακά ( καθώς είναι ενεργός σε youtube, tumblr, twitter, facebook , «δικτυωμένος» εν ολίγοις ), παράγγειλα το βιβλίο, από περιέργεια κυρίως.

Αυτό το βιβλίο, μαζί με το Still Life with Woodpecker του Robbins ( είχα αναφερθεί λίγο το καλοκαίρι ), μου απέδειξαν ότι ένα αυθεντικό love story , όταν είναι πλαισιωμένο με τα κατάλληλα γεγονότα, πρόσωπα και μια δόση του κωμικοτραγικού στοιχείου, μπορεί να απογειώσει ένα βιβλίο, να το μεταφέρει σε μια τελείως διαφορετική διάσταση και τελικά να καθηλώσει τον αναγνώστη.

Δεν μπορώ, σε καμία περίπτωση, να παρουσιάσω το The fault in our stars σαν ένα λογοτεχνικό έπος ή κάτι τέτοιο. Γιατί πολύ απλά δεν είναι. Είναι ένα βιβλίο που δεν θα φύγει από τα χέρια -και ίσως και από την καρδιά- όποιου το διαβάσει όμως. Και λέω για την καρδιά, γιατί λίγα βιβλία μπορούν να σε κάνουν να νιώσεις. Να γελάσεις ΚΑΙ να κλάψεις. Να αγωνιάς, και να αναρωτιέσαι πόσο πιο ΓΡΗΓΟΡΑ πλέον, μπορούν δυο μάτια να διαβάσουν όσο τα συναισθήματα δεν σε αφήνουν να πάρεις ανάσα.

{Και εντάξει, προσωπικό μου συνήθειο αυτό, αλλά κάθε βιβλίο το συνδυάζω με το τραγούδι που ακούω την αντίστοιχη περίοδο. ( Τώρα κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει αν ακούω μόνο ένα τραγούδι… Κάποιες φορές ναι). Για αυτό το βιβλίο ήταν το «Οh me Oh my» των Streetlight Manifesto.}

The fault in our stars

Τελειώνοντας το βιβλίο, άρχισα να ψάχνω στο ίντερνετ κριτικές και λοιπά άχρηστα πράγματα, όταν ανακάλυψα ότι τον Ιούνιο θα μεταφερθεί και στις οθόνες. Η ιστορία μάλλον δείχνει ότι οι κινηματογραφικές μεταφορές αστοχούν -άλλοτε πολύ, άλλοτε λιγότερο- για πολλά βιβλία. Δεν ξέρω. Ο καθένας πλάθει μια ιστορία με τον δικό του τρόπο, και αυτό είναι το μαγικό με τα βιβλία. Οι λέξεις παίρνουν μορφή στο μυαλό μας με πολλούς, πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Γι αυτό και μια ταινία που στηρίζεται στο βιβλίο μπορεί να αποβεί είτε απογοητευτική είτε συγκλονιστική. Παρόλα αυτά, μια απ’τις σκέψεις μου όσο διάβαζα το βιβλίο είναι ότι θα ήταν καλό σενάριο για ταινία. Μάλλον το σκέφτηκαν κι άλλοι πριν από μένα! Ας είναι.

Η ιστορία του βιβλίου ας παραμείνει κρυφή σε αυτό το άρθρο. Highly recommended book, though. 

Οκτώβρης εν αναμονή. Με το διοικητικό κλείσιμο πανεπιστημίων, ορισμένων τουλάχιστον, να έχει αναστείλει μέχρι νεωτέρας την έναρξη των μαθημάτων, οι μέρες κυλούν στην ανία. Σε σχετική απραξία, ανάμεσα σε μικρές βόλτες, πινελιές κουρασμένης δημιουργικότητας που ζητά ανανέωση, και τηλεόραση, ως επί το πλείστον ειδήσεις, από κανάλι σε κανάλι κι από το δελτίο των 2 στις 8 «με τον Τάδε» και πάλι πίσω.

Το βράδυ της 18ης Σεπτεμβρίου, δολοφονείται ο Παύλος Φύσσας από το Γιώργο Ρουπακιά, μέλος της Χρυσής Αυγής, στο Κερατσίνι, μετά από διαπληκτισμούς με ομάδα φασιστών. Το πανελλήνιο σοκάρεται, ο δράστης συλλαμβάνεται και η είδηση μονοπωλεί τα δελτία. Μαχαίρι κόβονται οι περισσότερες και εν συνεχεία όλες οι αναφορές στις απεργιακές κινητοποιήσεις των ημερών, εν κρυπτώ πραγματοποιούνται συναντήσεις κυβέρνησης-τρόικας για διαπραγμάτευση νέων μέτρων. Όλα τα μάτια είναι στραμμένα στο τηλεοπτικό θρίλερ που εξελίσσεται ολημερίς, με ορισμένα κανάλια να αντικαθιστούν τα προγράμματα με ολοήμερα σχεδόν δελτία: Μετά από μία έρευνα-αστραπή, εφόδους στα γραφεία της Χρυσής Αυγής ανά τη χώρα και το ξαφνικό άνοιγμα δεκάδων στομάτων, άλλων από έκπληξη κι άλλων για πληροφορίες, τα εισαγγελικά γραφεία καταρρέουν υπό το βάρος αναρίθμητων εγγράφων με στοιχεία. Έξαφνα, κανάλια που μέχρι πρότινος αναφέρονταν στη Χρυσή Αυγή απλά ως «ένα κόμμα» αρχίζουν να μιλούν για «ναζιστική οργάνωση», «φασίστες», για τις αμφιλεγόμενες σχέσεις της με συμφέροντα, για την ύποπτη δράση,  τις παραστρατιωτικού τύπου ομάδες, τους πυρήνες και τις ρατσιστικές επιθέσεις. Το τηλεφωνικό απόρρητο αίρεται, από το σκοτάδι (ή από κάποιο σκοτεινό συρτάρι;) ανασύρονται επιβαρυντικά στοιχεία και ξημερώματα της 28ης οι Μιχαλολιάκος, Κασιδιάρης, Λαγός και Μίχος, για να ακολουθήσει λίγο μετά ο Παππάς, όλοι σημαίνοντα στελέχη του κόμματος, συλλαμβάνονται. Οι ίδιοι κάνουν λόγο για «πολιτικές διώξεις».

Την ίδια μέρα, τα ιμάτια τους διαμερίζονται και περιφέρονται σε κανάλια και ιστοσελίδες. Οι χαρακτηρισμοί, «εγκληματική οργάνωση», «επικίνδυνο ακροδεξιό μόρφωμα» κλπ δίνουν και παίρνουν, ορθοί μεν αλλά από υποκριτικά στόματα.  Νεόκοποι αντιφασίστες, δεξιοί κι αριστεροί, κρυφοί πρώην υποστηρικτές του κόμματος, θιασώτες της θεωρίας των «Δύο άκρων», συριζιάρικα χαιρέκακα χαμόγελα, άπαντες σπεύδουν στο πλευρό της Δημοκρατίας έχοντας ήδη στις πλάτες τους περίπου 3 χρόνια Μνημονίου, συναίνεση στη ξένη εξάρτηση, αυταρχικές αποφάσεις, προβοκάτσιες, βίαιη καταστολή, ασφαλίτικες μεθόδους και «κουκουλοφόρους» με αστυνομικές ταυτότητες, όλα δημοκρατικά. Το αιμοσταγές τηλεοπτικό κτήνος σκυλεύει αυτό που νομίζει κουφάρι της Χρυσής Αυγής, το πολιτικό σύστημα ετοιμάζεται να απομυζήσει όσο περισσότερους ψήφους μπορεί, στοχεύοντας, ζόμπι όντας που ανακυκλώνει τον εαυτό του, σε ενα ξαναγέμισμα της Δεξιάς δεξαμενής.

Στη μέση ενός τέτοιου πάρτι κανιβαλισμού, βρίσκονται οι πέντε συλληφθέντες, που παρά τις παλικαρίσιες εθνικιστικές τους εξάρσεις, εμφανίζονται φοβισμένοι: Οι κατηγορίες είναι βαριές, η άτυπη αλλά καθ’ όλα πραγματική προστασία που απολάμβαναν δεν υπάρχει πια, η Αστυνομία δεν τους καλύπτει. Η δίωξή τους είναι όντως πολιτική κι από κάποιους υποκινείται, από τους ίδιους που είχαν πρόσβαση τόσο σε στοιχεία όσο και σε πρόσωπα της Δικαιοσύνης για να την κινήσουν εναντίον τους, με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα αλλόκοτη όσο και ύποπτη δεδομένης της δυσκαμψίας της. Το κυνήγι της Χρυσής Αυγής μοιάζει λιγότερο με αποκατάσταση της νομιμότητας και περισσότερο με ξεσκαρτάρισμα μια πολιτικής τράπουλας: ένα χέρι πετά το καμένο του χαρτί. Οι κατηγορούμενοι φοβούνται, γιατί συνελήφθησαν επειδή κάποιος ζήτησε να συλληφθούν. Αν το απαιτήσει, θα πάνε φυλακή, και το ξέρουν.

O Φύσσας δολοφονήθηκε κατόπιν εντολής. Μία μικροσυμπλοκή, διαπληκτισμός μάλλον, κυνηγητό, ένα τηλεφώνημα, ένα αίτημα, ένας νεκρός. Όλα υπό συνθήκες που δεν δικαιολογούν μια εν βρασμώ ψυχής δολοφονία, αντανακλώντας μια εντολή που ήρθε από ψηλά. Πόσο ψηλά όμως; Ο Μιχαλολιάκος φαίνεται να γνώριζε και να συναίνεσε, αλλά θα έκανε ένα τόσο σοβαρό λάθος, που θα τον ξεμύγνωνε απέναντι στους αντιπάλους του και τους ψηφοφόρους; Όχι. Η Χρυσή Αυγή αναδύθηκε από τον πολιτικό βούρκο που της ταιριάζει με την ανοχή της Βουλής και των κομμάτων αλλά και κρυφές δεξιές ευλογίες, δημιούργησε αντιπερισπασμούς από την οικονομική πραγματικότητα, απορρόφησε εξοργισμένους ψηφοφόρους που απειλούσαν να επανδρώσουν την αριστερά, εξέφρασε το θυμό και εκτόνωσε αρκετούς προστατεύοντας έμμεσα τη μνημονιακή πολιτική. Γι αυτό το λόγο την ανέσυρε το πολιτικό σύστημα, γι αυτό το λόγο θέλει να την εξοντώσει τώρα: Για να αποσπάσει τη προσοχή από τα νέα οικονομικά μέτρα, και για να αποκαταστήσει τη πίστη σε μια κυβέρνηση που καταδυναστεύει, μια δικαιοσύνη που μεροληπτεί, μια αστυνομία που καταστέλλει βιαίως, μια τηλεόραση που χειραγωγεί και κατευθύνει. Η εντολή είναι άνωθεν λοιπόν, όχι απ’ το Μιχαλολιάκο αλλά από τους πρώην προστάτες του, μια αλυσίδα συνενοχής που φτάνει ψηλά, ίσως μέχρι και το υψηλότερο αξίωμα. Σήμερα, δίπλα στον Αλέξη Γρηγορόπουλο και τα θύματα της Marfin, ο Παύλος Φύσσας αφήνει τη δική του, ματωμένη σφραγίδα στο προβοκατόρικο κατάστιχο της ιστορίας.

Δημήτρης

Δεκαοχτώ Σεπτεμβρίου. Όλα τα κανάλια της τηλεόρασης, το ενημερωτικό διαδίκτυο, τα κοινωνικά δίκτυα, οι εφημερίδες και οι τα ραδιόφωνα αυτή τη στιγμή σχολιάζουν την φονική επίθεση του χρυσαυγίτη στον Παύλο Φύσσα, 34χρονο τραγουδιστή με αντιφασιστική δράση. 

Έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα. Διαπληκτισμός σε καφετέρια, κλασικά 40 εναντίον 5 ( δεν χρειάζεται διευκρίνηση νομίζω ποιοι είναι ποιοι ) , στολές παραλλαγής , μαύρες μπλούζες, τηλεφωνήματα και ένα μαχαίρι. Και μια φωνή που τολμάει να αντιμιλήσει πνίγεται στο αίμα. Εν έτει 2013. 

Τώρα βρισκόμαστε στη φάση που καίγονται οι πλατείες. Στη φάση που κάτι μας έπεσε πολύ βαρύ και πρέπει να αντιδράσουμε. Δυστυχώς, το πρόβλημα μας είναι ότι περιμένουμε να αντιδράσει ο διπλανός μας για να κάνουμε και εμείς το ίδιο. Φοβόμαστε να μιλήσουμε, χαϊδεύουμε τον εκκολαπτόμενο φασισμό λες και είναι κάτι που μπορούμε να αφήσουμε για αργότερα.

Μα δεν είναι έτσι. Όσο περισσότερη εξουσία αποκτά αυτός ο χώρος, τόσο πιο γρήγορα θα φύγει απο την tv το πρόσωπο του Παύλου Φύσσα, θα αυξηθούν τα περιστατικά απειλών κατά μαθητών στα σχολεία, τόσο πιο δύσκολα θα την ξεφορτωθεί αυτήν την κατάρα -όταν το αποφασίσει- ο ελληνικός λαός. 

Αντιδρούν λίγοι, γι αυτό κι εκείνοι φαίνονται πολλοί. Οι πραγματικοί πολλοί όμως μπορούν να τους εξουδετερώσουν, να τους συνθλίψουν. Κι αν αυτές οι λέξεις παραείναι σκληρές τουλάχιστον ας είναι το χθεσινοβραδινό γεγονός έρεισμα για κάποιους να αναθεωρήσουν. Δεν υπάρχει ανοχή στην κοροϊδία ( ο Κασιδιάρης μας λέει ότι δεν έχει καμία σχέση η ΧΑ με το περιστατικό ). Και η ανοχή στο καθεστώς φόβου που σπέρνουν θα στερέψει κάποτε. Σύντομα ας ελπίσουμε -τώρα. 

Ξεκίνησε απο την αύξηση των ποσοστών, συνεχίστηκε με επιθέσεις και ξυλοδαρμούς σε μετανάστες ( είχαμε και ανάλογο περιστατικό με μετανάστη τον Ιανουάριο ) και φτάνουμε στις πολιτικές δολοφονίες. Κάνουμε σταθερά βήματα προς τα πίσω , μα δεν θα μας σπρώξει κανένας μπροστά. Αυτό είναι ευθύνη του καθένα μας απέναντι στον εαυτό του. 

 

Ιωάννα

Καλοκαίρι. Η ζέστη συχνά-πυκνά πλησιάζει αφόρητα επίπεδα, κι όπως συμβαίνει συνήθως στην επαρχία εν μέσω διακοπών, ο χρόνος μοιάζει σταματημένος. Ζούμε, εγκλωβισμένοι ανάμεσα σ’ ένα ενοχλητικό πρόσφατο παρελθόν, κι ένα μέλλον κενό, tabula rasa, μέχρι να ανακοινωθούν οι βάσεις στις 30 Αυγούστου, οπότε και η ζωή μας θα πάρει καινούριες στροφές. Σκοτώνω λοιπόν κι εγώ τον καιρό μου ανάμεσα σε μικρές εξορμήσεις στο Ίντερνετ, περιδιαβαίνοντας το youtube και το facebook, χαζεύοντας χιλιοπαιγμένα βιντεάκια και ατελείωτα, κοινότοπα, αδιάφορα ποσταρίσματα.*

«Τέτοιο ατομικό παιχνίδι και εσωστρέφεια δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Όλοι γράφουν πράγματα για να δείξουν πόσο σπουδαίοι είναι. Σπάνια τα διαβάζει κάποιος. Όλοι θέλουν να βγάζουν τις δικές τους ανακοινώσεις για να τις διαβάζουν οι άλλοι. Σπάνια υπάρχει ένα τρέμουλο ομαδικό για κάτι που αφορά την κοινωνία.
Εγώ είμαι πολύ όμορφος. Εγώ έγραψα το καλύτερο βιβλίο. Εγώ μαγείρεψα τα καλύτερα φασολάκια. Εγώ πήγα στο ακριβό εστιατόριο. Και, τέλος, όλοι μαζί πάμε στο διάολο.»
Η παραπάνω παράγραφος προέρχεται από ένα άρθρο του Ηλία Μαμαλάκη, όπου ο γνωστός μάγειρας καυτηριάζει με την περιγραφή του την πραγματικότητα του facebook, αλλά και μάλλον κάθε παρεμφερούς μέσου: Τη πρόθεση για ατομική προβολή, διάσπαρτη σε φωτογραφίες, δημοσιεύσεις, σχόλια, και διανθισμένη με glamorous ύφος, greeklish και γραπτά «χαχαχα», για να καταλάβουν όλοι πως περνάμε όμορφα. Τις συζητήσεις όχι σε chat ή μηνύματα, αλλά σε κοινή θέα, στα σχόλια κάτω από δημοσιεύσεις, ώστε να γνωρίζουν όλοι πόσο καλές φίλες και φίλοι είμαστε, πόσο αγαπημένο ζευγάρι, να μπορούν να διαβάσουν όλοι τα πονηρά μας σχόλια και τα υπονοούμενα, ν’ αναρωτηθούν τι άραγε να συζητάμε. Τις αναρίθμητες σειρές φωτογραφιών που διαφημίζουν την ημίγυμνη ή φτιασιδωμένη, μακιγιαρισμένη ομορφιά μας, με φόντο την τουαλέτα του σπιτιού μας ή του φοβερού μαγαζιού που επισκεφτήκαμε τελευταία. Τα τραγούδια (σε μορφή συνδέσμου στο youtube) που ανεβάζουμε για να αντιληφθούν όλοι την καψούρα μας γι αυτή την εβδομάδα, ή τις ανορθόγραφες, οργισμένες ή αγανακτισμένες ανακοινώσεις για την κοσμογονική προδοσία, την αηδιαστική υποκρισία και τον κεραυνοβόλο έρωτα που βιώσαμε και μας σημάδεψαν, και που πρέπει να τις μάθουν όλοι.
Στην λεία και απαστράπτουσα οθόνη του υπολογιστή μας καθρεφτίζεται μια κοινωνία επιδειξιομανίας. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εμείς χτενιζόμαστε, βαφόμαστε και ντυνόμαστε για να βγούμε στο γυαλί αυτής της οθόνης, σε μια φτηνή εκπομπή αυτοπροβολής και αλληλοκολακείας, όπου θα αποκτήσουμε εκατοντάδες διαδικτυακούς «φίλους», έτσι, για να λέμε ότι έχουμε πολλούς και να καυχιόμαστε. Σε αυτό, άλλωστε, αναλωνόμαστε διαρκώς: στη μόστρα, στο δήθεν, στο να δείξουμε κάτι που δεν είμαστε, και το κάθε λογής facebook το επιβεβαιώνει με τρόπο πανηγυρικό και συνάμα οικτρό. Ανεβάσαμε όλη μας τη ζωή στο διαδίκτυο, στριμωγμένη σε μουσικές, φωτογραφίες και αναφορές για το πού ήπιαμε φρέντο καπουτσίνο, πού φάγαμε κοκορέτσι και πού κάναμε τα κακάκια μας. Την ανεβάσαμε προτού καλά-καλά τη ζήσουμε, χάρη στις σούπερ φωτογραφικές μας μηχανές και τα κινητά μας με ασύρματη σύνδεση, που τα κουβαλάμε παντού, κι έτσι αποτύχαμε να την κάνουμε αληθινά δική μας: ταυτόχρονα μ’ εμάς, τη ζούσαν κι ένα σωρό άλλοι. Και τελικά, πήγαμε όντως στο διάολο.
Έτσι, σ’ αυτό το φαύλο κύκλο αναζήτησης της προσοχής, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Ζούμε μια ζωή κατά το ήμισυ ηλεκτρονική, που βρίσκεται ανα πάσα στιγμή υπό επιτήρηση από τους «φίλους» μας εκείνους που έχουν πρόσβαση στο διαδικτυακό μας προφίλ. Υπό την επιτήρηση των επιθυμιών τους, των προκαταλήψεων, των προτύπων και των γούστων τους, με τα οποία θα πρέπει να συμμορφωθούμε, όπως οφείλουν να κάνουν κι αυτοί με τη σειρά τους για κάποιους άλλους και για εμάς. Όσο λοιπόν, συχνά ανίδεοι, ολισθαίνουμε βαθύτερα στην κινούμενη άμμο της κρίσης, μπλεκόμαστε μεταξύ μας σ’ ένα σφιχτοδεμένο κουβάρι αλληλοκολακείας, όπου καθένας καταπιέζεται και καταπιέζει με τη σειρά του. Ένα κουβάρι, στο οποίο την άκρη της αλυσίδας που μας δένει κρατά, πιθανότατα, ο βασιλιάς Φόβος.
Δημήτρης
*(Για τους μη μυημένους, «ποστάρισμα» (από το αγγλικό «post») ονομάζουμε το είδος της δημοσίευσης που αναρτάται σε ένα προφίλ στο
facebook αλλά και γενικότερα σε μια τέτοια σελίδα, ένα «μέσο κοινωνικής δικτύωσης». Το «ποστάρισμα» μπορεί να αφορά οτιδήποτε, από ένα τραγούδι, ένα σύνδεσμο σε άλλη ιστοσελίδα, έως μια δήλωση, μια διάσημη φράση, μια φωτογραφία. )

Αγαπητέ αναγνώστη, συγχώρεσε τη φτωχή  λογοτεχνική μου ικανότητα. Σκούριασε λίγο αυτό το χρόνο, αλλά θα προσπαθήσω να επανορθώσω.

Το τραγούδι αυτών των ημερών είναι το No Time To Think του Bob Dylan. To βιβλίο αυτών των ημερών είναι το Still Life with Woodpecker του Tom Robbins. Το ταξίδι αυτών των ημερών είναι η Αθήνα.

Τρεις μέρες σίγουρα δεν είναι αρκετές για το ψυχογράφημα αυτής της πόλης. Αν θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μία πόλη, και όχι για πολλές, μικρές εστίες ζωής-κατανάλωσης-φτώχειας-εγκλήματος. Άλλες στιγμές νιώθεις ότι τρέχεις και πάντα μένεις πίσω, πως όλα αργά ή γρήγορα θα σε ξεπεράσουν, θα χαθείς μέσα στο πλήθος μιας πορείας ή μιας στάσης του μετρό.Και άλλες στιγμές ότι όλα κινούνται τόσα αργά και σε φθείρουν, όπως ένα ταξί κολλημένο στην κίνηση του Πειραιά, όπως τον αστυνομικό που ελέγχει το εισιτήριο που σκέφτηκες να μην αγοράσεις.

Μια καρδιά που χτυπάει όλη μέρα, το πρωί και τη νύχτα, μια κινούμενη άμμος που πρέπει να παλέψεις. Η απόλυτη ενσάρκωση της αντίφασης των μεγαλουπόλεων. Οι «ευρωπαϊκοί» δρόμοι, τα πολυκαταστήματα, οι διαφημίσεις…Από την άλλη μεριά μια δεύτερη πόλη, που ζει κάτω από αυτήν που  βλέπουμε στην τηλεόραση, η πόλη των μεταναστών, της φτώχειας, των ναρκωτικών, η πόλη που χρειάζεται βοήθεια. Αλλά εμείς είμαστε απασχολημένοι.

Γράφω λες και πήγα πρώτη φορά στην Αθήνα. Όχι, δεν είναι έτσι. Αλλά αν υπήρξε ένα πράγμα με το οποίο εφοδιάστηκα από την χρονιά που πέρασε είναι οι τάσεις φυγής. Και σε όλες αυτές τις μικρές, σιωπηλές αποδράσεις ανοίγουν τα μάτια και παρατηρούν περισσότερο. Χρειάζεται.

Η αναφορά στη φετινή χρονιά εξυπηρετεί στο πρώτο μέρος του τίτλου: Memory lapses , ή ελληνιστί…Κενά μνήμης.

Κάθε κομμάτι αυτής της χρονιάς σιγά σιγά ξεκολλάει και απομακρύνεται από το μυαλό. Το κομμάτι αυτό που φεύγει αποτελείται από λίγη γνώση, συναισθήματα και πολλή κούραση.Και χάνεται.  Ή μάλλον αντικαθίσταται από νέες εικόνες, ίσως παροδικές και αυτές, ίσα για να κρατάνε την short term memory  μας συνεχώς απασχολημένη.

Αυτές οι μικρές, σποραδικές «απώλειες», όπως κάθε αποχωρισμός, συνοδεύονται από κάποια θλίψη. Μετά την οριστικοποίηση του μηχανογραφικού μας, το μόνο που ακολουθεί είναι ένα καλοκαίρι, πολυαναμενόμενο από τους περισσότερους, ένα καλοκαίρι γεμάτο -όντας άδειο.

Μακάρι τα αποτελέσματα των εξετάσεων, που για πολλούς από μας δεν ήταν τα επιθυμητά, να μην μειώσουν την διάθεσή μας για καινούργια πράγματα και για δημιουργικό χρόνο αυτό το καλοκαίρι. Ας είναι κάθε memory lapse, μια θέση που διψάει για νέες αναμνήσεις.

Ιωάννα

7 Ιουνίου. Έχουν περάσει περίπου 10 μήνες από την τελευταία μας δημοσίευση, τον Αύγουστο του 2012. 10 μήνες, σαν να μας διέκοψε μια λογοτεχνική εγκυμοσύνη που παρακράτησε, χάσαμε κάθε επαφή με το γνήσιο κείμενο. Εξασκηθήκαμε, αντίθετα, εντατικά στο αποστειρωμένο κουφάρι λόγου που κάποιοι ονομάζουν «Έκθεση», σε μια εντατική κλωνοποίηση κειμένων που διαφέρουν μόνο προς τη παρουσίαση. Υποψιάζομαι πως μάλλον τέτοιος λόγος ταιριάζει στον πολιτισμό μας, υποταγμένος, φερέφωνο ξένων απόψεων, γεμάτος στολίδια και στο βάθος να μη λέει τίποτα. Συνεπώς, ας με συγχωρήσουν οι λιγοστοί, με πικρία ίσως αυτό, αναγνώστες, αν το σημερινό άρθρο δεν είναι αυτό που περίμεναν. Χρειάζεται κάποιος χρόνος για να ξαναβρούμε το λογοτεχνικό μας εαυτό.

Karagoz Perde. Στα τούρκικα σημαίνει «το πανί του καραγκιόζη», είναι ο μπερντές όπως τον ξέρουμε ελληνιστί. Σ’ ένα θέατρο σκιών, οι θεατές μπορούν να δουν μονάχα τις φιγούρες που χορεύουν πίσω απ’ το πανί, αλλά δεν έχουν ιδέα τι συμβαίνει πίσω απ’ αυτό. Μετά από ένα σχεδόν χρόνο αποσπασματικής παρακολούθησης της επικαιρότητας, αρχίζω να αντιμετωπίζω πιο προσεκτικά τη ροή πληροφοριών και κυρίως απόψεων. Τη στιγμή που πολλοί αρχίζουν να αναρωτιούνται ποιον ακριβως ρόλο παίζουν οι πηγές ενημέρωσης, και οι τόποι ανταλλαγής απόψεων, όπως ιστοσελίδες σαν το Facebook και το twitter, οι διάφορες «αντισυστημικές φωνές» πληθαίνουν. Με τη μορφή μεμονωμένων ατόμων ή ολόκληρων πολιτικών σχηματισμών και κομμάτων, φαίνεται να προκύπτουν εστίες αντίδρασης, και η κοινωνία να ετοιμάζεται να αντιδράσει με σωστές επιλογές. Κάτω από τη μύτη, όπως φαίνεται, του βασιλιά Φόβου.

Μέχρι και πριν το 2010, η ελληνική πολιτική αλλά και ενημέρωση ήταν σχετικά ξεκάθαρη, τουλάχιστον στο εφηβικό μου μυαλό. Πέντε κόμματα στη Βουλή, διαξιφισμοί των δύο μεγάλων και ασήμαντες παρεμβάσεις των μικρότερων. Η εκάστοτε πολιτική, κυρίως μνημονιακή, υποστηριζόταν από μεγάλα κανάλια και γενικά Μ.Μ.Ε. Οι «συστημικοί» επικρατούσαν, στη Βουλή και την τηλεόραση.

Στη συνέχεια τα νούμερα άρχισαν να μη βγαίνουν. Τα μέτρα ήταν όλο και δυσκολότερο να περάσουν, κι εγώ στηνόμουν μάταια στην τηλεόραση ελπίζοντας πως, αυτή τη φορά, δε θα υπάρξει πλειοψηφία. Ταυτόχρονα, τα ποσοστά των μεγάλων κομμάτων παρουσίασαν μείωση. Πλήθυναν οι διαδηλώσεις, με τις δημοσκοπήσεις και το βρόντο από τα κατσαρολικά στο Σύνταγμα να προειδοποιούν το αυτονόητο: ο κόσμος άρχισε να θυμώνει.

Με τούτα και με κείνα, υπό τη συνεχή μείωση μισθών, συντάξεων και δικαιωμάτων, έφτασε το 2012. Τα μεγάλα κόμματα διασπάστηκαν, μη εμπνέοντας πια εμπιστοσύνη, και σχηματίστηκαν πολλά μικρότερα, ενώ άλλοι πολιτικοί αυτονομήθηκαν πλήρως. Μετά από δύο γύρους εκλογών, σχηματίστηκε Βουλή με αποδυναμωμένα τα δύο μεγάλα κόμματα και πολλά μικρότερα που προέκυψαν. Οι αριστερές γενναιότητες περί «εξόδου από το ευρώ» περιορίστηκαν, τα ποσοστά είχαν αβγατέψει. Άρχισε η ανελέητη κριτική της Χρυσής Αυγής, υπό τις επευφημίες του κοσμάκη, τα χαστούκια που πολλοί ανυπομονούσαν να πέσουν, και τα συσσίτια χρηματοδοτούμενα από μυστηριώδεις -και άρα ύποπτες- πηγές. Πλήθυναν, ακόμα και σε πρώην «μνημονιακά» Μ.Μ.Ε. οι αρνητικές κριτικές, μέχρι που σχηματίστηκαν και αντιδραστικές εκπομπές, επανδρωμένες με αντισυστημικούς  «σκοπευτές». Διασημότητες που φοροδιεύφευγαν φυλακίστηκαν, βλέπε Γαβαλάς, ενώ φάνηκε να ξεκινά το κυνήγι της διαφθοράς με τη σύλληψη Τσοχατζόπουλου. Τα γεγονότα αυτά πολυδιαφημίστηκαν, ο κοσμάκης ανάσανε, έγειρε στον καναπέ απ’ όπου είχε εξοργισμένος ανασηκωθεί. Την ίδια στιγμή, οι μειώσεις συνεχίστηκαν, η βίαιη καταστολή κλιμακώθηκε, ενώ ανεργία και εγκληματικότητα αυξάνουν. Οι ρατσιστικές εκδηλώσεις έγιναν περισσότερες, οδηγώντας τους μετανάστες σε άμυνα, προετοιμάζοντάς μας για μια κοινωνική αναταραχή.

Κανείς δεν κρύβεται από το Φόβο. Ο βασιλιάς τα βλέπει όλα, και μόνο ανόητοι και μη γνωρίζοντες ελπίζουν να τον κοροϊδέψουν. Ζούμε σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, συνεπώς παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο μπερντέ της πολιτικής και των των Μέσων Ενημέρωσης. Στη δύσκολη στιγμή, οι φιγούρες άλλαξαν, οι παλιοί «Καραγκιόζηδες» και τα «κολλητήρια» αντικαταστάθηκαν από νέα, καθώς η κοινωνία έπαψε να συμφωνεί με τις κρατούσες απόψεις. Όταν μια ομάδα ανθρώπων δεν έχει κανένα αντιπρόσωπο-εκφραστή,ανακάζεται να εκφραστεί μόνη της, κι αυτό σημαίνει κινήματα κι εξεγέρσεις. Ο Φόβος έφερε στο προσκήνιο τους κατάλληλους ανθρώπους, που εξέφρασαν την κοινωνική οργή, τη διάθεση για ακρότητες, κι έτσι ο λαός, πραγματικός ρυθμιστής της πολιτικής, έκατσε σπίτι του. Η τράπουλα ανακατεύτηκε, η οργή εκτονώθηκε προσωρινά, κι ο βασιλιάς κράτησε πάλι έναν άσσο στο μανίκι. Τα πρόσωπα άλλαξαν, εμείς τους πιστέψαμε, ξεχάσαμε όμως πως οι φιγούρες δεν έχουν δική τους θέληση. Κινούνται με προστάγματα, διότι εκεί που δεν βλέπουμε, πίσω απ΄ το Karagoz perde, κάθεται μόνο ένας καραγκιοζοπαίχτης.

Και δεν είναι ο Ευγένιος Σπαθάρης.

Δημήτρης

Σήμερα θα ξεκινήσουμε ξανά λογοτεχνικά, με ένα ακόμα δυστοπικό έργο επιστημονικής φαντασίας από το παρελθόν. Το 1949, ο Τζορτζ ‘Οργουελ θα εκδώσει το μυθιστόρημα 1984, πολιτική αλληγορία για τα δικτατορικά καθεστώτα, μέσα στο οποίο θα συμπεριλάβει πρωτότυπες (και επικίνδυνες) ιδέες-εργαλεία του ολοκληρωτισμού. Ανάμεσά τους βρίσκεται το γλωσσικό σύστημα της Νέας Ομιλίας.

Σε γενικές γραμμές, η κεντρική ιδέα της Νέας Ομιλίας είναι η παραφθορά της παραδοσιακής γλώσσας με τρόπο τέτοιο που πολλές λέξεις να συμπεριλάβουν περισσότερες από μία σημασίες, ώστε να ξεθωριάσει το νόημά τους. Η σκέψη βασίζεται στη πεποίθηση ότι η, μάλλον συντριπτική, πλειοψηφία των ανθρώπων σκέφτεται με λέξεις, και μάλιστα λέξεις της μητρικής τους γλώσσας, γεγονός το οποίο μπορεί εύκολα κανείς να διαπιστώσει και μόνος του. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ένα επόμενο συμπέρασμα: η ανωτερότητα της ανθρώπινης σκέψης, με την πολυπλοκότητα και τη συνδυαστικότητα που τη διακρίνει από τη σκέψη των υπόλοιπων ζώων, οφείλεται ακριβώς σε αυτό: το ανθρώπινο σύστημα επικοινωνίας, που επηρεάζει άμεσα τον τρόπο σκέψης, είναι περιπλοκότερο, ακριβώς γιατί περιέχει νοητά σύμβολα, τις λέξεις, πολύ περισσότερα από τα αντίστοιχα που χρησιμοποιεί η απλούστερη νοημοσύνη των ζώων. Οι άνθρωποι διακρίνουν καλύτερα τη λεπτομέρεια. Κι αν η λεπτομέρεια χαθεί;

Τι σημαίνει στ’ αλήθεια η σημερινή γλωσσική κρίση; Όλο και περισσότεροι άνθρωποι, κυρίως νέοι, εμφανίζουν συμπτώματα ανορθογραφίας, ελλειπούς λεξιλογίου και λανθασμένης χρήσης της γλώσσας. Τα greeklish,απόδοση ελληνικών λέξεων και φράσεων με την λατινική αλφάβητο, συνηθισμένο φαινόμενο στην επικοινωνία μέσω κινητών, Διαδικτύου αλλά συχνά και γραπτά, έχουν συντελέσει στην λανθασμένη ορθογραφία, καθώς το σύστημα γραφής που ακολουθούν επιτρέπει τέτοιες παρασπονδίες. (π.χ. τρέχω= trexo ή trexw. Η σωστή απόδοση της λέξης είναι μάλλον η δεύτερη, με το w να παίζει το ρόλο του ω. Στην πρώτη περίπτωση, είναι εύκολο για το χρήστη, όταν επιστρέψει στην ελληνική γραφή, να γράψει ¨τρέχο») Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα φαινόμενα, όπως μη δόκιμες εκφράσεις ή ακόμα και νέες κλίσεις. Στο κόσμο μας συχνά η αλλαγή είναι εξέλιξη, και ίσως να βρισκόμαστε μπροστά σε μια γρήγορη αλλαγή της γλώσσας, η οποία περνά σε μία νέα μορφή. Αν όμως αυτό δεν συμβαίνει; Μπορεί στ’ αλήθεια να θεωρηθεί εξέλιξη ο περιορισμός του λεξιλογίου, και τι αποτελέσματα μπορεί να φέρει στη σκέψη μας σε νευρολογικό πλέον επίπεδο; Κι ακόμα, εάν είναι αλήθεια πως για να υφίσταται μία έννοια στα πλαίσια της ανθρώπινης αντίληψης, είναι υποχρεωτικό να περιφράφεται από μια αντίστοιχη λέξη, τι επιπτώσεις θα έχει η εξαφάνισή της; Ίσως οι λέξεις «λάστιχο» ή «κεφτέδες» να μην προκαλέσουν αντίκτυπο αν χαθούν. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για λέξεις όπως «δημοκρατία», «ελευθερία» και «ισότητα».

Ο Φόβος δεν ξόφλησε ακόμα. Κινεί τα νήματα με ένα ακόμα πιο φιλόδοξο σχέδιο, που ετούτη τη φορά δεν στοχεύει ούτε στην καταστολή, ούτε στην αποκοίμιση. Τα παραπάνω δεν είναι απλές κινήσεις αντιπερισπασμού καθώς ο βασιλιάς ξεδιπλώνει τη τακτική του στη σκακιέρα. Απειλώντας, με την υπονόμευση της γλώσσας, όχι μόνο την ίδια την ικανότητα του εγκεφάλου μας να σκέφτεται και να συνδυάζει, την ευφυία μας τολμώ να πω, που τόσο θεωρούμε δεδομένη, αλλά και τις αξίες μας, που δεν σκοπεύει να ταπεινώσει ή να διαφθείρει, αλλά απλώς να εξαφανίσει, συγχύζοντάς μας ως προς το νόημά τους. Πως στ’ αλήθεια οι μελλοντικές γενιές θα απαιτήσουν ισότητα, ελευθερία κι αξιοκρατία, αν οι αντίστοιχες λέξεις απλά λείπουν από το λεξιλόγιό τους; Δεν θα μπορούν να τις αντιληφθούν ούτε καν σαν έννοιες, διασφαλίζοντας την υπακοή τους σε οποιοδήποτε αυταρχικό καθεστώς. Ακόμα χειρότερα, η ίδια τους η σκέψη μπορεί και να έχει απλοποιηθεί, έχοντας καταλήξει να χρησιμοποιούν όλες κι όλες πέντε λέξεις, υποβιβασμένοι σε ένα επίπεδο κατώτερο από το ανθρώπινο, επιτρέποντας την εκμετάλλευσή τους με το πιο απάνθρωπο τρόπο.

Τα παραπάνω μπορεί και να ακούγονται υπερβολικά, ακόμα και γελοία, συνωμοσιωλογία χωρίς βάση κι αντίκρισμα. Πράγματι μπορεί να είναι. Σίγουρα όμως, είναι πολλά αυτά που δεν ξέρουμε για τους εαυτούς μας, για το τρόπο που λειτουργούμε, για το πως σκεφτόμαστε. Για αυτό, την επόμενη φορά που θα χλευάσουμε την επιμονή στην σωστή ορθογραφία, ας θυμηθούμε: «Δημοκρατία» είναι η κατάσταση όπου ο Δήμος, δηλαδή ο λαός, κρατεί, δηλαδή αποφασίζει και εξουσιάζει ο ίδιος τον εαυτό του, θέτοντας τη βάση για μια κοινωνία ελευθερίας και ισότητας. «Δειμοκρατία»΄, λέξη που προκύπτει με την αλλαγή μόλις ενός διφθόγγου, είναι η κατάσταση όπου ο Δείμος, ετούτη τη φορά, κρατεί. Και Δείμος, δεν σημαίνει λαός.

Δείμος σημαίνει Φόβος.

Δημήτρης