“Με λασπολογίσατε, με συκοφαντήσατε, και σας νίκησα.”
Αυτά, μεταξύ άλλων, ήταν τα λόγια του Νίκου Μιχαλολιάκου, ηγέτη του κόμματος της Χρυσής Αυγής, στις πρώτες του δηλώσεις στα Μ.Μ.Ε. το βράδυ της Κυριακής. Προτού να εισέρθει στην αίθουσα, συνεργάτες του, ξυρισμένοι και μαυροντυμένοι, που μάλλον περισσότερο έφερναν σε τραμπούκους παρά σε μέλη κόμματος, υποχρέωσαν με φωνές τους παρευρισκόμενους να σηκωθούν “σε ένδειξη σεβασμού”, προκαλώντας αντιδράσεις και την αποχώρηση των Ελλήνων δημοσιογράφων. Ύστερα, μπήκε ο κ. Μιχαλολιάκος, ο οποίος, σε επιθετικό και θριαμβευτικό τόνο, υπογράμμισε τη “νίκη” της Χρυσής Αυγής ενάντια στη “χούντα των καναλιών και των φυλλάδων” και απήυθηνε χαιρετισμό και έπαινο σε όλα τα “λεβεντόπαιδα με τα μαύρα πουκάμισα και τα αρχαιοελληνικά γράμματα, που γυρνούσαν σε πόλεις και χωριά κρατώντας την ελληνική σημαία.”
Με 22 βουλευτές στα έδρανα, κι ένα ποσοστό που ακολουθεί από απόσταση αναπνοής εκείνο του Κ.Κ.Ε., η συμμετοχή της Χρυσής Αυγής στην πολιτική σκηνή είναι πλέον μια πραγματικότητα, η χειρότερη ίσως των τελευταίων χρόνων. Οι εκλογές της Κυριακής ήταν μια γλυκόπικρη νίκη/ήττα (δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι να διαλέξω) που έδωσε ένα χτύπημα στο δικομματισμό, τη μνημονιακή πολιτική, αλλά και ένα ακόμα πάτημα στο φασισμό, τη ξενοφοβία, το φανατισμό, τα Χρυσά Αυγά που κλωσά τόσα χρόνια ο Φόβος.
Τι συνέβη; Υπάρχουν στην Ελλάδα 400.000, τόσοι νομίζω ψήφισαν την Χ.Α., φασίστες; Βεβαίως και όχι. Υπάρχουν όμως σίγουρα πολλοί περισσότεροι αγανακτισμένοι, φοβισμένοι από την εγκληματικότητα των μεταναστών, ανιστόρητοι, άνεργοι, ανόητοι και εύπιστοι, απελπισμένοι άνθρωποι, και ήταν αυτοί ο βασικός πυρήνας που οδήγησε στο κοινοβούλιο μια ακροδεξιά οργάνωση, με ξεκάθαρη ροπή προς το φασισμό και αμφιλεγόμενη στάση/σχέση με το κίνημα του νεοναζισμού. Η απογόητευση από τα δύο μεγάλα κόμματα, που ξεκάθαρα στράφηκαν σχεδόν εναντίον των ίδιων των ψηφηφόρων τους και της χώρας με τα Μνημόνια, αλλά και από την Αριστερά, το απαθές και δυσκίνητο, μη συνεργάσιμο Κ.Κ.Ε., η ανασφάλεια, η αύξηση της εγκληματικότητας και ο αναπόφευκτος στρουθοκαμηλισμός για τα λάθη μας, υπό το σύνθημα “Φταίνε οι ξένοι”, όλα αυτά και πολλά ακόμα έφεραν τόσους πολλούς σταυρούς στις κάλπες της Κυριακής, όλα, υπο το ικανοποιημένο βλέμμα του επιβλέποντος βασιλιά Φόβου, καθώς είναι ξανά οι δικές του καίριες πράξεις που κινούν το μηχανισμό: Με εργαλείο, αυτή τη φορά, την απαξίωση της μελέτης της Ιστορίας, και την πολιτική νωθρότητα.
Στο Δίστομο και τα Καλάβρυτα η Χ.Α. συγκέντρωσε ασυνήθιστα υψηλά ποσοστά σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, αποδεικνύοντας ότι ξεχνάμε τα εγκλήματα στα οποία οδηγεί ο φασισμός. Είμαστε ανιστόρητοι, περιφρονούμε τη μελέτη των ντοκουμέντων, πέφτοντας αναπόφευκτα στα ίδια λάθη. Έτσι όπως το γερμανικό έθνος πίστεψε κάποτε στους Ναζί, ξεχνώντας ή αγνοώντας την ακραία φύση τους, δίνοντας εξουσία και δύναμη στην τρομοκρατία και τον αυταρχισμό, έτσι κι εμείς, εβδομήντα χρόνια μετά, εφοδιασμένοι με την ιστορική γνώση και άρα χωρίς δικαιολογία, δίνουμε το πρώτο, μικρό αλλά ενθαρρυντικό, πάτημα στη σύγχρονη μορφή του φασισμού. Ο Φόβος, στο διάστημα πολλών δεκαετιών, σφυρηλάτησε αρκετές γενιές πάνω στη λήθη, σπρώχνοντας μας ξανά στα ίδια λάθη.
Και όχι μόνο. Εκτός από τη συλλογική μας μνήμη, ο Φόβος κατόρθωσε να βραχυκυκλώσει και το πολιτικό μας αισθητήριο. Πολλοί από εμάς σήμερα, κυρίως νέοι, δυσκολεύονται να διακρίνουν την πραγματική φύση μιας οργάνωσης, ενός κινήματος ή ενός κόμματος. Επιλέγουν και ψηφίζουν βάσει μιας αφηρημένης ιδέας, συχνά χωρίς να μπουν στον κόπο να ενημερωθούν και να μάθουν, καθιστώντας εύκολο να βαπτιστεί ο ακραίος εθνικισμός φιλοπατρία, κι ένα εν δυνάμει επικίνδυνο φασιστικό κόμμα, που αξιώνει την τοποθέτηση ναρκοπεδίων στα σύνορα, για τον περιορισμό της λαθρομετανάστευσης, “πατριωτικό”.
Κρακ. Το Χρυσό Αυγό του Φόβου άρχισε να ραγίζει. Θρεμμένος από τη δυσαρέσκεια και την ανασφάλεια, ο τερατώδης νεοσσός του φασισμού βγαίνει σιγά σιγά μέσα από το τσόφλι μιας μπερδεμένης κοινωνίας, επιθετικός και απειλητικός για όλους. Όχι μόνο για τους “ξένους”, τους “προδότες” ή τους “εχθρούς της πατρίδας”, αλλά για όλους μας, γιατί όλοι είμαστε κατά βάθος διαφορετικοί, κι αυτό είναι που κάνει στο τέλος το φασισμό να κατασπαράζει τον ίδιο τον εαυτό του. Ίσως κάποιοι από εμάς να έχουν ήδη προσχωρήσει στις τάξεις του. Ίσως μεθαύριο να είναι περισσότεροι, κι οι ορθωμένες ανοιχτές παλάμες να πληθύνουν. Το σίγουρο είναι ότι ο φασισμός έχει μονάχα έναν ηγέτη. Τον εχθρό μας:
Heil Angst! *
*(Χαίρε Φόβε!)
Δημήτρης
